Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Αυξάνεται ο αντιαμερικανισμός στη Ρωσία


Οι πρόσφατες εξελίξεις στις ρωσο-αμερικανικές σχέσεις έχουν πυροδοτήσει ένα νέο γύρο αντιαμερικανικής ρητορικής στη ρωσική κοινωνία. Οι ΗΠΑ ενέκριναν το...
νομοσχέδιο Μαγκνίτσκι, θεσπίζοντας τη λίστα Ρώσων πολιτών που φέρονται να συνδέονται με το θάνατο ενός νεαρού δικηγόρου το 2009 σε ρωσική φυλακή, αλλά και συνολικά με τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Ρωσία εξέλαβε τον νόμο ως παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της και η κυβέρνηση προέβη σε αντίποινα, υιοθετώντας μια παρόμοια λίστα κι απαγορεύοντας παράλληλα τις υιοθεσίες ορφανών Ρωσόπουλων από αμερικανικές οικογένειες. Μία πτυχή που προσέλκυσε την προσοχή πολλών παρατηρητών ήταν ότι, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις VTsIOM, πάνω από το 50% των Ρώσων υποστήριξαν την κυβερνητική πρωτοβουλία. Τι υπάρχει πίσω από τον αντι-αμερικανισμό στη Ρωσία;
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Ρώσοι είναι ιδιαίτερα δύσπιστοι απέναντι στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Για παράδειγμα, σύμφωνα με έρευνα στις αρχές Δεκεμβρίου 2012, μόνο το 10% των Ρώσων θεωρούν ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν την ειρήνη, μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων. Πριν από 10 χρόνια,  το ποσοστό αυτό ανερχόταν στο 25%. Παράλληλα, οι περισσότεροι Ρώσοι δεν γνώριζαν τη λίστα  Μαγκνίτσκι. Σύμφωνα με VTsIOM, μόνο το 10 τοις εκατό είχε μια πολύ γενική εικόνα γύρω από τη λίστα, το 86%των ερωτηθέντων δεν την είχαν ακούσει καν, κι αν την άκουσαν δεν ήξεραν σε τι αναφέρεται συγκεκριμένα. Ωστόσο, όταν του εξήγησε ο δημοσκόπος, τότε το  29% απάντησε ότι ο πραγματικός λόγος που κρύβεται πίσω από την λίστα Μαγκνίτσκι είναι η άσκηση πίεσης προς τη Ρωσία. Το 19% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι οι πραγματικοί λόγοι της ψήφισης του νόμου είναι μεταμφιεσμένοι και το12% θεωρεί ότι οι ΗΠΑ ήθελαν να προκαλέσουν μια σύγκρουση με τη Ρωσία. Το προφανές συμπέρασμα που προκύπτει λοιπόν από τις δημοσκοπήσεις είναι η ευρύτατη δυσπιστία έναντι των ΗΠΑ.
Σύμφωνα με την  πρόεδρο του τμήματος Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου της Μόσχας, Μαρίνα Λεμπέντεβα, η λίστα ,Μαγκνίτσκι, σε μεγάλο βαθμ, μπορεί να εξηγηθεί μέσα από την ιστορία των αμερικανο-ρωσικών σχέσεων: «Οι ΗΠΑ και η Ρωσία φέρουν την κληρονομιά του Ψυχρού Πολέμου, ενώ παράλληλα, πολλές φορές τα δύο έθνη ανταγωνίζονται το ένα το άλλο, στο πεδίο των στρατιωτικών και οικονομικών δυνατοτήτων τους. Οι ΗΠΑ παραμένουν υπερδύναμη, ενώ η Ρωσία δεν είναι και δεδομένου ότι η οικονομική συνεργασία δεν είναι τόσο σημαντική για τις δύο πλευρές, στη σχέση κυριαρχεί πλέον η ιδεολογική συνιστώσα». Η έλλειψη εμπιστοσύνης στο δημόσιο επίπεδο ενισχύεται  και από τα Μέσα Ενημέρωσης και από πολιτικούς που επιδιώκουν τη δημοτικότητα στο όνομα της αντίθεσης στην υποτιθέμενη ανταγωνίστρια.
Ο καθηγητής παγκόσμιας επικοινωνίας της σχολής Κένεντι του Χάρβαντ, Μάθιου Μπάουμ, λέει πως η αμερικανική κοινή γνώμη, κυρίως ενδιαφέρεται για τις εσωτερικές υποθέσεις και πολύ λίγο ασχολείται με την εξωτερική πολιτική. «Οι άνθρωποι παίρνουν πληροφορίες από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στα οποία δίδεται σχετικά λίγη προσοχή στη Ρωσία, δεδομένης της συνολικής πολιτικής της σημασίας» υποστηρίζει ο Μπάουμ. Τα γκάλοπ έδειξαν ότι μόνο το 2% των Αμερικανών βλέπουν τη Ρωσία, ως εχθρό, ενώ το 1% πιστεύει ότι ο μεγαλύτερος εχθρός του έθνους είναι οι ίδιες οι ΗΠΑ.
Παραδόξως, η έλλειψη ενδιαφέροντος του αμερικανικού κοινού για τις ρωσικά πράγματα συμβάλλει επίσης στον αντιμαερικανισμό της ρωσικής κοινωνίας. Όπως εξηγούν κάποιοι Αμερικανοί πολιτικοί που θέλησαν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους, παρότι  υπάρχουν τρία εκατομμύρια πολίτες των ΗΠΑ ρωσικής καταγωγής, αυτοί δεν είναι συγκεντρωμένοι και έτσι δεν μπορούν να επηρεάσουν την έκβαση οποιουδήποτε αποτελέσματος στις εθνικές εκλογές. Άλλες εθνικές κοινότητες είναι συνήθως συγκεντρωμένες και εκλογικά πιο αποτελεσματικές όταν βρίσκονται σε μάχιμες περιφέρειες. Μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού της προεκλογικής εκστρατείας και του χρόνου των υποψηφίων δαπανώνται σ΄αυτές τις εκλογικές περιφέρειες, και οι πολιτικοί συνήθως πρέπει να επικρίνουν τη Ρωσία, για να κερδίσουν ψηφοφόρους που προέρχονται από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.
Μια άλλη έρευνα του ρωσικού κέντρου δημοσκοπήσεων το Levada, έδειξε ότι οι Ρώσοι είναι επιφυλακτικοί με τα περισσότερα έθνη με τα οποία σχετίζονται-  και όχι μόνο με τις  Ηνωμένες Πολιτείες.  Η Γεωργία βρίσκεται στην κορυφή της λίστας αυτών των χωρών. Το 2012, το 41% των Ρώσων πίστευαν  ότι η Γεωργία είναι εχθρική προς τη Ρωσία (62% ήταν το 2009), ενώ οι ΗΠΑ ήταν η δεύτερη στον κατάλογο με 35 %. Οι δυτικοί γείτονες της Ρωσίας: Λετονία, Λιθουανία και Εσθονία είναι επίσης πολύ κοντά στην κορυφή της λίστας
Παρομοίως, σημειώνεται ότι  οι Ρώσοι δεν πιστεύουν πως η χώρα έχει πολλούς συμμάχους. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας του κέντρου Levada, μόνον η  Λευκορωσία και το Καζακστάν αναφέρθηκαν ως φίλοι από το 25% των ερωτηθέντων, και η Γερμανία από το 17% καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση. Η έλλειψη εμπιστοσύνης στον έξω κόσμο, μπορεί εν μέρει να εξηγηθεί από την ιστορία της χώρας και τη γεωγραφία. Η Ρωσία είχε εδαφικές διαφορές ή συγκρούσεις με όλες σχεδόν τις γειτονικές της χώρες. Το να περιβάλλεται από χώρες που θεωρούνται ως πιθανοί αντίπαλοι, σίγουρα δεν δημιουργεί μια ατμόσφαιρα εμπιστοσύνης
Ωστόσο, ο ρωσικός αντι-αμερικανισμός δεν είναι διαφορετικός από αυτόν των άλλων χωρών. Σύμφωνα με την έρευνα: αξιολόγησης των χωρών για το 2012, την οποία διεξήγαγε το  BBC, μόνο το 48% των Καναδών και το 38% των Μεξικανών είδαν ως θετική την αμερικανική επιρροή στις χώρες τους. Πρόκειται ασφαλώς για βελτίωση των ποσοστών καθώς έναν χρόνο νωρίτερα κυριαρχούσε η αρνητική στάση.
Αν και σε επίπεδο παγκόσμιου μέσου όρου, στις περισσότερες χώρες η απάντηση ήταν θετική, οι αρνητικές απόψεις ήταν πολλοί δημοφιλείς στην Κίνα, την Αίγυπτο, τη Γερμανία, το Πακιστάν και κάποιες άλλες μεγάλες χώρες. Σύμφωνα με τον Μπάουμ , παρότι ενέργειες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής είναι, εν μέρει, υπεύθυνες για τον αντι-αμερικανισμό, το φαινόμενο εξηγείται κυρίως μέσα από την αμερικανική κυριαρχία στην παγκόσμια πολιτική σκηνή.«Από τη στιγμή  που μία χώρα ξεκινά να ασκήσει επιρροή σε περιφερειακό ή παγκόσμιο επίπεδο, τότε αρχίζει να αντιμετωπίζει παρόμοια εχθρική στάση, όπως γίνεται τώρα  με την Κίνα, στην Ανατολική Ασία» σημειώνει ο Μπάουμ.
Η ταχύτητα των αλλαγών στη στάση της κοινής γνώμης δείχνει  ότι ο αντι-αμερικανισμός, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν έχει μια βαθιά, μακροπρόθεσμη επίδραση. Οι διακυμάνσεις στις εθνικές συμπεριφορές μπορεί να είναι αρκετά έντονες.  Ο αμερικανός πολιτικός επιστήμονας  Τζόζεφ Νάι υπογραμμίζει το παράδειγμα της Ινδονησίας: η στάση του πληθυσμού της το 2002  ήταν 61% ευνοϊκή προς τις ΗΠΑ, μετά την εισβολή στο Ιράκ το 2003 έπεσε στο 15%, και στη συνέχεια αυξήθηκε και πάλι το 2005 στο 38%, μετά τη συνδρομή της αμερικανικής ηγεσίας στην ανακούφιση από το τσουνάμι στην Νοτιοανατολική Ασία. «Η Ρωσική στάση είναι επίσης συνάρτηση της τρέχουσας κατάστασης των σχέσεων  ΗΠΑ-Ρωσίας και της πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών» είπε η Μαρίνα Λεμπέντεβα. «Όταν η πολιτική αυτή είναι αρνητική απέναντι στη Ρωσία, τότε αυτή χρησιμοποιείται στα εσωτερικά πράγματα από τους πολιτικούς και από τα μέσα ενημέρωσης που διαθέτουν επιρροή».
 
Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: