Ο Bobby Sands υπήρξε αγωνιστής του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού (IRA) και έχασε τη ζωή του μετά από 66 ημέρες απεργίας πείνας για τα δικαιώματα των φυλακισμένων αγωνιστών του IRA.
Μεγάλη Δευτέρα σήμερα και οι περισσότεροι αρνούμενοι να ακολουθήσουν πιστά τις χριστιανικές προσταγές της Σαρακοστής, θυμούνται σήμερα να ξεκινήσουν τη νηστεία. Ακόμη και αυτές οι... λίγες μέρες όμως φαίνονται μαρτύριο για εκείνους που εκτιμούν ιδιαίτερα ένα πλούσιο σε πρωτεΐνες – βλέπε κρέας – γεύμα. Η «νηστεία» όμως από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα είχε ξεχωριστεί θέση στη ζωή των ανθρώπων όλου του κόσμου, παίρνοντας κάθε φορά διαφορετικό νόημα έξω από τα θρησκευτικά δεδομένα. Αξίζει να θυμηθούμε λίγο την ιδιαίτερη ιστορία του ιρλανδού Bobby Sands, ο οποίος έχασε τη ζωή του μετά από απεργία πείνας για τα δικαιώματα των φυλακισμένων του IRA.
Γεννημένος το 1954 στην κατεχόμενη από τους Βρετανούς βόρεια Ιρλανδία αντιμετώπισε ήδη από τα παιδικά του χρόνια τη βρετανική καταπίεση και αποφασισμένος να αγωνιστεί για την απελευθέρωση της πατρίδας του στα 17 του μόλις χρόνια εντάσσεται στο Δημοκρατικό Ιρλανδικό Στρατό (IRA). Ο ίδιος είχε πει «Ήμουν μονάχα ένα φτωχόπαιδο, που ζούσα σ’ ένα γκέτο, με διαιρεμένη πατρίδα, αλλά πάλι είναι η καταπίεση που γεννά το επαναστατικό πνεύμα της ελευθερίας. Δεν θα ησυχάσω ώσπου να απελευθερωθεί η πατρίδα μου, ώσπου η Ιρλανδία να γίνει μια ανεξάρτητη σοσιαλιστική δημοκρατία».
Συλλαμβάνεται για πρώτη φορά το 1972 και φυλακίζεται για 3 χρόνια. Μέσα σε έξι μήνες από την αποφυλάκισή του όμως συλλαμβάνεται ξανά. Κατηγορείται για βομβιστική επίθεση, αλλά δεν υπάρχουν αρκετά αποδεικτικά στοιχεία. Ωστόσο καταδικάζεται σε 14 χρόνια φυλάκιση για οπλοκατοχή. Τις πρώτες 22 μέρες της καταδίκης του τις περνά στη φυλακή Crumlin Road, όπου για 15 μέρες κρατείται γυμνός στην απομόνωση, ενώ κάθε τρεις μέρες στερείται το δικαίωμα σίτισης. Στη συνέχεια μεταφέρεται σε ειδικές φυλακές γνωστές ως H-Blocks.
Οι συνθήκες στη φυλακή ήταν φριχτές. Οι φυλακισμένοι αγωνιστές του IRA δε θεωρούνταν από τη βρετανική κυβέρνηση πολιτικοί κρατούμενοι, αλλά κρατούμενοι πολέμου χωρίς κανένα δικαίωμα. Η πολιτική αυτή των βρετανών στόχευε στην καταστολή της αντίστασης εναντίον της βρετανικής κατοχής και ήταν συνέχεια της γενικότερης στρατηγικής τους προς τους Ιρλανδούς. Οι φυλακισμένοι του IRA διαμαρτύρονται. Κρατούμενοι από τρεις διαφορετικές φυλακές κηρύσσουν τη «διαμαρτυρία της κουβέρτας» απαιτώντας το δικαίωμα να φοράνε δικά τους ρούχα, να έχουν ελεύθερη συναναστροφή με τους άλλους κρατούμενους, να δέχονται επισκέψεις, δέματα και γράμματα. Αρνούνται να φορέσουν τις στολές της φυλακής και κυκλοφορούν είτε γυμνοί είτε με ρούχα που έφτιαξαν οι ίδιοι από κουβέρτες. Ο Sands αρχίζει να αποτυπώνει σε άρθρα, αναφορές, ποιήματα, διηγήματα και τραγούδια την εμπειρία της φυλακής και της απεργίας. Γράφει «οι μέρες ήταν μεγάλες και μοναχικές. Η ξαφνική και απόλυτη στέρηση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και απαραίτητων στοιχείων, όπως η άσκηση και ο φρέσκος αέρας, η συναναστροφή με άλλους ανθρώπους, τα δικά μου ρούχα και πράγματα όπως εφημερίδες, ραδιόφωνο, τσιγάρα, βιβλία και πολλά ακόμη πράγματα, έκαναν τη ζωή μου πολύ δύσκολη».
Το «κίνημα της κουβέρτας» τερματίστηκε δύο μήνες μετά χωρίς μεγάλη επιτυχία, αλλά την 1η Μαρτίου του 1981 οι κρατούμενοι ξεκίνησαν μια απεργία πείνας με κύριο πλέον αίτημα την αναγνώρισή τους ως πολιτικούς κρατουμένους. Ο Bobby Sands, που ένα μήνα πριν έχει εκλεγεί βουλευτής, πρωτοστατεί. Γράφει «Δεν θα με σπάσουν καθώς η επιθυμία για ελευθερία και για την ελευθερία του Ιρλανδικού λαού βρίσκεται στην καρδιά μου… Πιστεύω και στηρίζω το θεόσταλτο δικαίωμα του Ιρλανδικού έθνους στην κυρίαρχη ανεξαρτησία και το δικαίωμα κάθε Ιρλανδού και Ιρλανδής να στηρίξει αυτό το δικαίωμα με την ένοπλη επανάσταση». Η βρετανική κυβέρνηση όμως αρνείται κάθε συμβιβασμό με τα αιτήματα των κρατουμένων.
Στις 5 Μαΐου του 1981 ο Bobby Sands στην ηλικία των 27 ετών θα αφήσει την τελευταία του πνοή εξαντλημένος από την απεργία πείνας, έχοντας αντέξει 66 ημέρες χωρίς φαγητό. Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη συγκλονίζεται. Η Βόρεια Ιρλανδία κατακλύζεται από καθημερινές διαδηλώσεις και απεργίες, ενώ γρήγορα οι διαμαρτυρίες εξαπλώνονται σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ωστόσο η πρωθυπουργός της Βρετανίας Μάργκαρετ Θάστερ δηλώνει «Θα συνεχίσουμε την προσπάθεια εξάλειψης της τρομοκρατίας. Ο κ. Σαντς ήταν απλά ένας κατάδικος που επέλεξε να αφαιρέσει τη ζωή του».
Η απεργία πείνας συνεχίστηκε και εννέα ακόμη κρατούμενοι έχασαν τη ζωή τους. Η απεργία έσπασε το τέλος του καλοκαιριού, όταν η καθολική εκκλησία έπεισε τους συγγενείς των κρατουμένων που είχαν χάσει τις αισθήσεις τους από την πείνα να τους χορηγήσουν τροφή ενδοφλέβια. Η βρετανική κυβέρνηση ικανοποίησε ορισμένα από τα αιτήματα των απεργών, αλλά όχι το βασικό, να τους χαρακτηρίσει πολιτικούς κρατούμενους.
Επιμέλεια: Εύα Βλάχου




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου